A GAME OF COLORS FEATURE

A GAME OF COLORS

Αγαπητοί επιβάτες, μόλις προσγειωθήκαμε στο αεροδρόμιο Μακεδονία της Θεσσαλονίκης. Η ώρα είναι 19:30 και η θερμοκρασία είναι στους 20 βαθμούς κελσίου. Παρακαλείστε να παραμείνετε στις θέσεις σας μέχρι να σβήσει η φωτεινή ένδειξη «προσδεθείτε». Σας ευχαριστούμε που πετάξατε μαζί μας και σας ευχόμαστε ένα καλό βράδυ και μια υπέροχη διαμονή στη Θεσσαλονίκη!

Θεσσαλονίκη.

Είχε χρόνια να έρθει ο Δήμος στη Θεσσαλονίκη. Ήταν στο νου του το αναγκαίο κακό που έπρεπε να υποστεί σε όλη τη διάρκεια των μαθητικών του χρόνων. Γόνος ευκατάστατης οικογένειας, έφυγε με την πρώτη ευκαιρία για σπουδές στην Αγγλία. Δεν ξαναγύρισε ποτέ. 9 χρόνια, ένα πτυχίο, δύο μεταπτυχιακά και μία διδακτορική διατριβή τον απομάκρυναν πολύ από το μέρος που αναγκαστικά ονόμαζε πατρίδα.

Ο Δήμος έπιασε δουλειά σε μια τεράστια εταιρία, σε μια θέση συμπαθητική. Μια απ’ τις πρώτες του αρμοδιότητες, να ταξιδέψει στη γενέτειρά του και να έρθει σε επαφή με Έλληνες πελάτες. Αυτή η συνάντηση ήταν εξαιρετικά σημαντική για τους Έλληνες πελάτες, όμως καθόλου -μα καθόλου- σημαντική για την εταιρία και τον ίδιο τον Δήμο. Τον έστειλαν για μια δουλειά οριακά άσκοπη -το «παιδί για τον καφέ» μιας μεγάλης βρετανικής πολυεθνικής, με δικαιολογία την καταγωγή του. Τη ρημάδα την καταγωγή του, το μόνο πράγμα σ’ αυτόν τον κόσμο που δεν είχε τη δύναμη ν’ αλλάξει.

ΜΙΑ ΣΟΒΙΕΤΙΚΗ ΟΔΥΣΣΕΙΑ 1
ΜΙΑ ΣΟΒΙΕΤΙΚΗ ΟΔΥΣΣΕΙΑ 3

Κοιτούσε τους υπόλοιπους επιβάτες να σηκώνονται πριν σβήσει η φωτεινή ένδειξη «προσδεθείτε». Ένας κύριος, τραβώντας τη χειραποσκευή του από το ντουλαπάκι, έριξε μια σακούλα πάνω σε μια κυρία. Ακολούθησε ένας τυπικός καυγάς μερικών δευτερολέπτων, πριν στριμωχτούν αμφότεροι στο διάδρομο του αεροπλάνου, περιμένοντας καρτερικά να ανοίξουν οι πόρτες για να κατέβουν στο έδαφος και να στριμωχτούν ξανά στο λεωφορείο που θα τους πήγαινε στην πύλη.

Ο Δήμος καταλάβαινε τη βιασύνη. Τον ταλαιπωρούσε κι αυτόν συνεχώς. Την κουβαλούσε πάντα μαζί του, στην εσωτερική τσέπη του σακακιού του. Είναι ένα αναγκαίο κακό, μια συνήθεια θανάσιμη, σαν το τσιγάρο ένα πράγμα. Αν δε μάθεις να τη διαχειρίζεσαι, θα σε τραβά συνεχώς μπροστά. Κι αυτό το άτιμο το «μπροστά» είναι μια φιλοσοφία αόριστη, η οποία αν δε μπει σε ράγες θα σε βγάλει σε μέρη κακοτράχαλα.

Οι συνεπιβάτες του στριμώχτηκαν, με σκοπό να ξαναστριμωχτούν. Κι αυτός, ήρεμος, πήρε τελευταίος τη χειραποσκευή του και κατέβηκε τελευταίος απ’ το αεροπλάνο. Μπήκε στο λεωφορείο που μύριζε φρέσκια πτήση και κολόνια που πέρασε τον έλεγχο αποσκευών, λαμβάνοντας μερικά βλέμματα αγανάκτησης. Η αλήθεια είναι πως για να φτάσει κάποιος τελευταίος κι άνετος πρέπει κάποιος πρωτύτερα να έχει βιαστεί. Η βιασύνη κι η υπομονή είναι συγκοινωνούντα δοχεία -δεν υφίσταται κανένα χωρίς το άλλο. Η υπομονή λάμπει μονάχα στη σύγκριση -διαφορετικά, δεν είναι παρά μια πράξη ανούσια.

Πέρασε τις αυτόματες πόρτες των αφίξεων εξωτερικού. Πίσω απ’ τα κάγκελα, γονείς, σύντροφοι και φίλοι περίμεναν τους συνεπιβάτες του, για να τους σφίξουν σε μια αγκαλιά που μυρίζει σπίτι. Ο Δήμος χαιρόταν που δε θα υποστεί καμία τέτοια αγκαλιά. Δε του άρεσε καθόλου η μυρωδιά του συγκεκριμένου σπιτιού. Είχε μάθει να ονομάζει σπίτι έναν τόπο μακρινό, και καμία ανάμνηση, κανένας νόστος δε θα του άλλαζε την οπτική.

Ο ταξιτζής του πήρε τη βαλίτσα. Την πέταξε άγαρμπα στο πορτ-μπαγκάζ, μ’ έναν τρόπο δηλωτικό μιας κάποιας κούρασης, μιας κάποιας αγανάκτησης που συνοδεύει την κακιά, δόλια ρουτίνα. Ο Δήμος δεν είπε τίποτε -επέλεγε προσεκτικά τις μάχες του. Δεν είχε χρόνο για όλες.

-Στο Colors Urban Hotel της Τσιμισκή, παρακαλώ.

Το ταξί ξεκίνησε βίαια, χωρίς φλας. Το παλιό ράδιο του Σκόντα έπαιζε ελαφρολαϊκά. Το σαλόνι είχε ποτίσει από τσιγαρίλα χρόνων.

Τον πήγε μέσα από την πόλη. Μέρα που ήταν, καθημερινή, δε συνάντησαν καμία κίνηση. Μετά τον Φοίνικα και την Καλαμαριά, στην αρχή της Όλγας, τα πρώτα ψήγματα Θεσσαλονίκης του σπάσαν τα ρουθούνια. Η μυρωδιά είναι η αίσθηση η βαθύτερα συνδεδεμένη με τη μνήμη. Λειτουργεί ενστικτωδώς, δίχως να το θελήσεις, προτού προλάβεις να το σκεφτείς καλά-καλά. Γυράδικα, περίπτερα κι αραδιασμένα ξενυχτάδικα του έφεραν στο νου τα ξεχασμένα μαθητικά του χρόνια. Τα πρώτα σκιρτήματα μιας ζωής που έπεται. Ένα γκρίζο μεσημέρι Τρίτης που καταλαβαίνεις πως δε σε χωράει ο κόσμος.

Το ταξί πέρασε βολίδα μπροστά απ’ το κτίριο της ΧΑΝΘ, τον αιώνιο φρουρό που καλωσορίζει ταξιδευτές και μη στο κύριο έκθεμα που έχει να επιδείξει η πόλη -το κέντρο της. Μια παρέα αγοριών περπατούσαν το ένα δίπλα στ΄ άλλο. Είχαν τη θωριά των άγουρων λυκειακών χρόνων. Η ανυπομονησία του «να φτάσουμε». Η αγωνία του «πού θα κάτσουμε». Από ένα τραπέζι κρίνονται όλα, ή καλύτερα, από την απόσταση του τραπεζιού αυτού από την παρέα που μας νοιάζει. Τι κρίμα κι άδικο να αφήνεται μια εβδομάδα ονειροπολήματος στη διακριτική ευχέρεια ενός πορτιέρη. Είναι περίεργο τα μεγαλύτερα όνειρά μας να πραγματώνονται -ή να γκρεμίζονται, αντιστοίχως- σ’ ένα σκοτεινό δωμάτιο που μυρίζει αλκοόλ και φρούδες ελπίδες.

Το ταξί σταμάτησε στη λεωφορειολωρίδα. Ο Δήμος πλήρωσε το αντίτιμο και βγήκε στο πεζοδρόμιο της Τσιμισκή. Όλα τριγύρω άλλαξαν κι όλα τα ίδια μείναν. Μαγαζιά που δεν άλλαξαν παρά το όνομά τους, φιλοδοξίες που τράκαραν πάνω στο φράχτη της πραγματικότητας. Πράσινοι κάδοι με χαλασμένο μηχανισμό ανοίγματος και μπλε κάδοι με μηχανισμό ανοίγματος που λειτουργεί άψογα.

Ο Δήμος διέσχισε την πολύχρωμη είσοδο του Colors. Ο υπάλληλος της ρεσεψιόν τον υποδέχτηκε μ’ εκείνο τον τρόπο που δε σου επιτρέπει να εξάγεις συμπεράσματα. Όταν μιλάμε πίσω από πάγκους, απέχουμε μίλια ολόκληρα. Τα καθημερινά, τα ανθρώπινα, αφήνονται στην άκρη. Η αυλαία ανεβαίνει, η παράσταση ξεκινά. Άνθρωποι ξανά σε δυο λεπτά, στο διάλειμμα, όταν θα κάνουμε μαζί τσιγάρο πίσω απ’ τη σκηνή.

A GAME OF COLORS 2
A GAME OF COLORS 1

-Μια νύχτα, κύριε Μαρκάκη;

-Μια νύχτα.

-Ένα XL Loft με θέα το δρόμο. Ορίστε η κάρτα σας. Το Honey room είναι δικό σας για απόψε!

Ο Δήμος χαμογέλασε άβολα και πήρε την κάρτα του δωματίου. Μια νύχτα σ’ αυτήν την πόλη ήταν γι’ αυτόν κάτι παραπάνω από υπεραρκετή.

Μπήκε στο κομψό ασανσέρ. Το όριο κιλών του ανελκυστήρα αναγραφόταν στο πλάι με πολλούς ευφάνταστους τρόπους. Ο φωτισμός των διαδρόμων ήταν γλυκός, οριακά νανουριστικός. Τα χρώματα, πολλά, όμως περιέργως ταιριαστά. Αν αφήσεις τα χρώματα ελεύθερα δε θα μείνουν χωριστά. Θα μπλεχτούν και θα δημιουργήσουν κοραλλί, χρυσαφί, μπορντό και μουσταρδί. Όλες τις αποχρώσεις του γκρι -εκτός μυθιστορημάτων- και τόνους κόκκινου τόσο χτυπητούς που θα κάνουν την καρδιά σου να χτυπά στο ρυθμό της ανάγκης.

Το δωμάτιό του μύριζε πράγματι μέλι στην είσοδο. Ήταν ένα μεγάλο, όμορφο δωμάτιο που μπορούσε να φιλοξενήσει μέχρι 5 άτομα. Ο Δήμος είχε σκοπό να κοιμηθεί μόνος του το βράδυ εκείνο, όμως του άρεσε η ελευθερία μιας διαφορετικής εξέλιξης. Δεν είχε πολλά πράγματα να απλώσει. Ένα κοστούμι, ένα νεσεσέρ, πιτζάμες και δυο ζευγάρια παπούτσια. «Όσο περισσότερο απλώνεσαι -θυμήθηκε τον πατέρα του να λέει δασκαλίστικα- τόσο περισσότερο χώρο πιάνεις. Ν’ αρπάζεις και ν’ απλώνεσαι. Κανείς ποτέ δεν έκανε κουμάντο στη γωνίτσα του.» Ο Δήμος είχε διαφορετική κοσμοθεωρία. Εκείνη που διακρίνεται από διακριτικότητα. Εκείνη που απλώνεται μονάχα σε μια μικρή γωνιά. Το σπουδαίο ποτέ δε κάνει θόρυβο. Το σπουδαίο λάμπει στη σιγή του, σε μια σιγή εκκωφαντική.

Ξαπλωμένος στο κάτω υπέρδιπλο κρεβάτι της κουκέτας, ο Δήμος κοιτούσε την απέναντι πολυκατοικία της Αγίου Μηνά, εκεί που στεγαζόταν το εβραϊκό μουσείο. Παλιές ιστορίες του παππού του μπλέκονταν με το αυριανό μίτινγκ. Οι Έλληνες επενδυτές, ντυμένοι με στολές των SS, περιτριγύριζαν το τραπέζι μιλώντας ελληνικά με γερμανική προφορά. Ξαφνικά, ο ταξιτζής που τον έφερε από το αεροδρόμιο μπήκε στην αίθουσα συνεδριάσεων, ντυμένος όπως ο ρεσεψιονίστ του ξενοδοχείου. Αμέσως, οι Έλληνες επενδυτές μετατράπηκαν σε λυκειόπαιδα τα οποία οργισμένα διατυμπάνιζαν το δικαίωμά τους για εφταήμερη στη Ρώμη. Ο κύριος που καθόταν δίπλα του στο αεροπλάνο έκατσε από πάνω του και, χαμογελώντας, του έριξε μια σακούλα γεμάτη παλέτες χρωμάτων στο κεφάλι. Και τότε ξύπνησε.

A GAME OF COLORS 4
OPEN HOUSE THESSALONIKI 2017 – SATURDAY 1

Η ώρα είχε πάει αισίως 22:00. Και, όπως όλοι οι άνθρωποι σε στιγμές έντονου προβληματισμού, έτσι και ο Δήμος αποφάσισε να ντυθεί πρόχειρα και να κατέβει στο Garden Bar για ένα ποτό. Ίσως αυτό να ξεδιάλυνε τις μπερδεμένες σκέψεις του, εν όψει του αυριανού μίτινγκ. Αγουροξυπνημένος, νευριασμένος και ελαφρώς εντυπωσιασμένος από τις δυνατότητες του μυαλού του, πήρε το ασανσέρ και κατέβηκε στο ισόγειο.

Έκατσε κάτω από τη νέον ταμπέλα του Garden Bar και παρήγγειλε ένα Negroni. Δίπλα του, δυο παιδιά συζητούσαν περί ανέμων και υδάτων. Εξεταστική. Κατώτατος μισθός. Service. Ένα κάποιο χάπι επόμενης μέρας και μια σχέση που τέλειωσε άδικα. Συχνά συμβαίνει να μπουκάρουμε σε ζωές άγνωρες. Τραβάς λιγάκι την κουρτίνα, ρίχνεις μια καλή ματιά και φεύγεις.

Η κοπέλα στο δίπλα τραπέζι είχε μια πράσινη μπούκλα στο μαλλί της. Μασούσε μηχανικά το καλαμάκι της. Φορούσε μαύρο vans παπούτσι κι είχε μια χιλιοσκισμένη τσάντα eastpak. Είχε μια φωνή τσιριχτή και σκούρα, καφετί μάτια. Είχε μια χαρακτηριστική ελιά αριστερά πάνω απ’ το χείλος. Ο Δήμος την κοίταξε καλά. Του έφερε στο νου μια ζωή άλλη, θαμμένη βαθιά στο χρονοντούλαπο της μνήμης του.

Η κοπέλα μιλούσε με έναν τύπο. Μιλούσε για τη ζωή. Για μια ζωή, κατά τη γνώμη της, χαραμισμένη. Νέοι που κλαίνε και δε χαίρονται τα νιάτα τους -αυτή η μάστιγα. Μιλούσε για δυο-τρία όνειρα μεγάλα. Δεν είναι κακά τα όνειρα, αρκεί να μην μας ξεπερνούν κατά πολύ. Μια φιλοδοξία με μεγάλο βαθμό αναπηρίας. Καταλήψεις. Απώλεια 2 εξεταστικών. Απουσία αιθουσών διδασκαλίας και ναρκοπάζαρο στην πλατεία του χημείου.

Ο τύπος δίπλα έγειρε κοντά της. Τη φίλησε. Ήταν ο δικός της τύπος:

-Θα βγάλουμε άκρη.

Εδώ τα όνειρα περνούν από χοντρό κοσκίνισμα. Ό,τι μείνει θυμίζει στην όψη του μια άμμο χρυσαφί, λεπτοφτιαγμένη -από τις ίδιες ίνες που φτιάχνονται τα όνειρα. Όπως αυτά, έτσι κι εμείς: θυμόμαστε λίγα, κρατάμε λίγο, πεθαίνουμε ξαφνικά.

Τα παιδιά πλήρωσαν κι έφυγαν προς Βαλαωρίτου μεριά. Εκείνη την ώρα, ο σερβιτόρος έφερε το Negroni και το άφησε μπροστά στον Δήμο. Κοιτώντας τα παιδιά να χάνονται στην Αγίου Μηνά, χαμογέλασε. Όλοι έχουν όνειρα. Άλλοι μικρά, άλλοι μεγάλα. Όλοι έχουν ανάγκες. Άλλοι επιτακτικές, άλλοι μετά βίας γαργαλιστικές. Άλλοι έχουν έναν άνθρωπο. Άλλοι, ένα Negroni.

-Στην υγειά μου! Είπε ο Δήμος και ήπιε μια γουλιά. Λάθος επιλογή το Negroni. Μετά από τέτοια πίκρα, το Campari δε χρειαζόταν.

No Comments

Post a Comment