ΑΚΡΟΠΟΛΗ FEATURE

ΑΚΡΟΠΟΛΗ

Ά φησα το δωμάτιό μου στο Μεταξουργείο στις 11 το πρωί. Μάζεψα τα πράγματά μου βιαστικά και βγήκα έξω, χαιρετώντας την ευγενική καθαρίστρια με τη σπαστή προφορά. Το ασανσέρ ήταν οριακά προπολεμικό, με μια μεγάλη καθυστέρηση μεταξύ του πατήματος του κουμπιού και της ανταπόκρισης. Σε αυτό το χρονικό διάστημα που μεσολαβούσε, αναρωτιόμουν πάντα αν άξιζε να κατέβω τη σκάλα από τον πέμπτο. Το ασανσέρ όμως μου έκανε πάντοτε τη χάρη και ξεκινούσε, σαν εκείνον τον φίλο που αργεί πάντοτε στα ραντεβού αλλά όταν τελικά φτάνει αδυνατείς να του κρατήσεις κακία.

Το Μεταξουργείο είναι μια μάλλον κακόφημη περιοχή. Εγώ, όντας σκράπας στα περί Αθήνας, νοίκιασα σπίτι εκεί γιατί το έβλεπα κοντά στο κέντρο. Έμενα δίπλα στην πλατεία Καραϊσκάκη, πολύ κοντά στη στάση του μετρό. Τριγύρω, δεκάδες ταμπέλες έγραφαν στα αλβανικά πως αναχωρούν συνεχώς λεωφορεία για Ελμπασάν. Στη στάση του λεωφορείου κάποιος είχε τοποθετήσει ξύλινες καρέκλες για τους ανθρώπους που περίμεναν. Η παλιά, απλή ταμπέλα του Κρικέλα και τα τριγύρω ετοιμόρροπα κτίρια σχηματίζουν μια εικόνα εγκατάλειψης. Ήταν λες και βγαίνοντας απ’ το μετρό πρωταγωνιστούσες σε παλιά, ελληνική ταινία η οποία μόλις και μετά βίας πρόλαβε την έγχρωμη εποχή.

ΑΚΡΟΠΟΛΗ 4
ΑΚΡΟΠΟΛΗ 3

Η τελευταία μου μέρα στην Αθήνα προβλεπόταν κουραστική. Κλείδωσα τα πράγματά μου σ’ ένα ντουλαπάκι στο Μοναστηράκι και βγήκα έξω, σκεπτόμενος πού να πάω στις ώρες που μεσολαβούν μέχρι την πτήση μου στις 23:30. Το πρώτο που σκέφτηκα ήταν το βιβλιοπωλείο των εκδόσεων Gutenberg στα Εξάρχεια. Η απεργία των μέσων δυσκόλευε πολύ τις μετακινήσεις κι οι πορείες που κύκλωναν το κέντρο κάρφωναν το τελευταίο καρφί στο φέρετρο των σχεδίων μου. Κοίταξα τότε ψηλά και είδα την Ακρόπολη να περιμένει υπομονετικά να της κάνουμε τη χάρη να την επισκεφτούμε. Μια απ’ αυτές τις μέρες, σίγουρα. Εκεί είναι, δεν πάει πουθενά.

Πήρα να σκαρφαλώνω στα Αναφιώτικα. Πέρασα απ’ το Γιασεμί, το πιο φωτογραφημένο μαγαζί στην Αθήνα, ίσως δικαίως. Ένας κύριος μου μίλησε στα αγγλικά. Θα φταίει η κάμερα και το σακίδιο. Ώρες-ώρες ξεχνώ κι εγώ πως είμαι στην Ελλάδα. Με ρώτησε αν θα καθίσω, του χαμογέλασα και του είπα «ίσως αργότερα». Τα δαιδαλώδη στενά της Πλάκας έφταναν σιγά-σιγά στο τέλος τους και βρέθηκα στο λόφο της Ακρόπολης. Έκανα αριστερά για να βρω την νότια είσοδο, στο θέατρο του Διονύσου.

Πλήρωσα 10 ευρώ το εισιτήριο. Το κοίταξα και δε μου θύμιζε καθόλου το απόκομμα του Σεφέρη από το «Έξι Νύχτες στην Ακρόπολη» (βλέπε εδώ). Εκείνο ήταν άλλωστε εισιτήριο νυχτερινής επίσκεψης. Η Ακρόπολη κλείνει στις 5 με τη Δύση και φωτίζεται για να φαίνεται από κάθε γωνιά. Τραβά τα βλέμματα από παντού, σαν ακτίνες ποδηλάτου που οδηγούνται αναπόφευκτα στο νευραλγικό τους κέντρο.

Η ανάβαση δεν είναι δύσκολη αλλά είναι ελαφρώς κουραστική, ειδικά αν κουβαλάς αρκετά πράγματα και είσαι βαριά ντυμένος. Εκείνη την ημέρα της 14ης Δεκεμβρίου, η Αθήνα είχε έναν αέρα καλοκαιρινό. Ο ήλιος ήταν πύρινος και φώτιζε τον λόφο. Περνούσα δίπλα από πολλά σταματημένα γκρουπ. Άλλοι ήταν Ρώσοι, άλλοι Ιταλοί, άλλοι Άγγλοι ή Γερμανοί. Πόσο άσκοπη ήταν η Βαβέλ -στο τέλος της μέρας, το αντικείμενο της συζήτησής μας είναι μάλλον το ίδιο.

Έφτασα ιδρωμένος στα Προπύλαια, κουβαλώντας το χοντρό μου μπουφάν στο χέρι. Δεν της αξίζει της Ακρόπολης να την επισκέπτεσαι μουτρωμένος. Πρέπει η ψυχή σου να φορά τα καλά της, να ταιριάξουν με την ομορφιά των μαρμάρων -αλλιώς, θα ‘ναι σαν να πηγαίνεις σ’ έναν γάμο με τις πιτζάμες σου. Κάθισα σε μια γωνιά και φωτογράφισα τα Προπύλαια -ή καλύτερα, φωτογράφισα εκατοντάδες τουρίστες να φωτογραφίζουν τα Προπύλαια. Ασχολούμαστε ίσως πολύ με τη διαφύλαξη μιας στιγμής και μέσα στην προσπάθειά μας αυτή σβήνει, σαν μια σπίθα που αστόχησε.

Στρίμωξα το μπουφάν μου σε μια σακούλα και πέρασα μέσα απ’ τις αρχαίες πύλες. Είδα στο βάθος των Παρθενώνα. Ο ήλιος είχε μόλις περάσει το ψηλότερο σημείο του και τον φώτιζε μεγαλοπρεπώς. Οι υποστηρικτικές κολώνες έδιναν μια νότα αδυναμίας στην πρόσοψή του -σαν να βλέπεις έναν φιλάσθενο παππού να σέρνει έναν ορό.

ΑΚΡΟΠΟΛΗ 1
ΑΚΡΟΠΟΛΗ 5

Έφτασα στο σημείο από το οποίο ήθελα να φωτογραφίσω το κτίσμα. Ήταν ακριβώς στη μέση του περάσματος, αδύνατο να φωτογραφηθεί χωρίς 30 ανθρώπους στο πλάνο. Κάθε φορά που περνούσε ένα γκρουπ, ερχόταν αμέσως το επόμενο. Κάποια στιγμή πέρασε ένα γκρουπ με μεγάλη διαφορά από το επόμενο. Θεώρησα πως αυτή ήταν η ευκαιρία μου. Όμως μια κυρία -Κινέζα νομίζω- έκατσε ακριβώς στην μέση του πλάνου θαυμάζοντας τον Παρθενώνα. Λίγο η ζέστη, λίγο η κούραση και λίγο η ταλαιπωρία με ωθούσαν στο να της πω να κουνηθεί 3 μέτρα για να κάνω κι εγώ τη δουλειά μου.

Σε δεύτερη σκέψη όμως… ποιος είμαι εγώ να της πω να κουνηθεί; Η γυναίκα αυτή ταξίδεψε χιλιάδες χιλιόμετρα, άλλαξε ήπειρο και ταλαιπωρήθηκε απείρως περισσότερο από εμένα για να φτάσει εδώ. Ποιος είμαι εγώ να της πω να κουνηθεί για μια φωτογραφία; Μου θυμίζει αυτό το παιδικό σκηνικό του «εσύ το έχεις κάθε μέρα». Ίσως αυτό πλησιάζει λίγο στη λογική μας. Εμείς το έχουμε κάθε μέρα -ίσως γι’ αυτό το βαριόμαστε. Μας αρκεί να το κοιτάμε από μακριά, λουσμένο στο φως. Κι όμως, είναι δικό μας, ολόδικό μας. Αν μπορούσαμε, θα το κουβαλούσαμε στην τσέπη μας -ποιος σκαρφαλώνει μέχρι εκεί πάνω να το δει;

Η κυρία τελικά περπάτησε λίγα μέτρα παραπέρα κι εγώ έβγαλα τη φωτογραφία, ευτυχής που δε της κατέστρεψα μια στιγμή περισυλλογής για ένα καπρίτσιο του εγωισμού μου. Περπάτησα κι εγώ στην άκρη του λόφου, εκεί όπου ανεμίζει η ελληνική σημαία κι έχει καθίσματα για να βλέπεις την Αθήνα σ’ όλο της το μεγαλείο. Συλλογίστηκα πως έχουμε μεγάλη περηφάνια για κατορθώματα του παρελθόντος -όχι αδίκως, σίγουρα. Θα ‘θελα μονάχα πριν μιλήσουμε να το σκεφτόμαστε δυο και τρεις φορές. Να γνωρίσουμε τα μνημεία μας και την κληρονομιά μας, όχι μονάχα μέσω διηγήσεων τρίτων. Να αγκαλιάσουμε τον άνθρωπο που ήρθε απ’ την άκρη του κόσμου -δε μας το χρωστά.

Στο μωσαϊκό που ονομάζεται Ελλάδα υπάρχει πολλή λεπτομέρεια. Ο τεχνίτης της είχε πολύ ταλέντο και τη σκάλισε προσεκτικά, με συνέπεια και υπομονή. Το βλέπω αυτό στο αέτωμα του Παρθενώνα αλλά και στις πέτρες των χιλιάδων παραλιών, τις οποίες γλύφει το κύμα χιλιάδες χρόνια. Λιγάκι πιο πίσω, κρύβεται ένα άσπρο ασβεστωμένο σπίτι, ίσως είναι εκκλησάκι. Ένας ίσκιος να ξαποστάσεις κι ένας ήλιος σαν πύρινο κεφαλάκι καρφίτσας. Την Ελλάδα αυτή, τη βγαλμένη από διήγηση του παππού μου, αν μπορούσα θα την έκανα σβώλο να την κουβαλώ στην τσέπη μου -τόσο την αγαπώ. Αλλά δεν μου αρκεί. Θέλω να την οργώσω, να τη γευτώ, να τη σκαρφαλώσω -εκεί ξεδιπλώνεται το μεγαλείο της, εξ επαφής.

Μην την κοιτάτε την Ακρόπολη, σκαρφαλώστε την. Το χρωστάμε πρωτίστως στον εαυτό μας.

ΑΚΡΟΠΟΛΗ 2
No Comments

Post a Comment