ΑΙΘΟΥΣΑ ΠΡΟΣΕΥΧΗΣ FEATURE

ΑΙΘΟΥΣΑ ΠΡΟΣΕΥΧΗΣ

Πώς ακριβώς δουλεύει αυτό;

…να κοιτάω τοίχο;

Τα χέρια; Έχει σημασία πού θα έχω τα χέρια μου;

Καλύτερα όχι στις τσέπες.

 

Τέλος πάντων.

 

Αγαπητέ Θεέ,

Νομίζω δεν έχουμε μιλήσει ποτέ σαν άντρας προς άντρα  -ή, έστω, σαν άντρας προς τριαδική υπόσταση. Γενικά δεν έχω μιλήσει σε τίποτε που να έχει τριαδική υπόσταση, εκτός από τον θείο μου τον Μίμη, εκείνη τη φορά που έτυχε να μπει σ’ ένα μαγαζί που ήταν μέσα η γυναίκα του, η ερωμένη του και η γραμματέας του, την οποία επίσης πηδούσε. Στην ερωμένη του είχε πει πως είναι σε εταιρική εκδρομή, στη γραμματέα του είχε πει πως είναι σπίτι με τη γυναίκα του και στη γυναίκα του είχε πει πως είναι στο γραφείο με τη γραμματέα του. Ήταν λοιπόν ταυτοχρόνως στο σπίτι, στο  γραφείο και στο Μπάνσκο, χωρίς να είναι φυσικά σε κανένα. Αυτός ήταν με τη Τζέσικα, στο μαγαζί με τη γυναίκα του, την ερωμένη του και τη γραμματέα του.

Έχω μιλήσει επίσης με τη θεία μου την Ανθούλα. Όχι, δεν έχει τριαδική υπόσταση, έχει τριαδική υπόταση. Μια φορά είχε 6 μεγάλη και 3 μικρή -σαν την προπαίδεια ένα πράγμα. Το αίμα στις φλέβες λίμναζε από την ακινησία. Τόσο πολύ, που μια φορά μαζεύτηκαν διάφοροι φυσιοδίφες έξω από το σπίτι της και διαμαρτύρονταν που η αορτή της δεν ανακηρύχθηκε ακόμη Εθνικός Δρυμός.

Την τελευταία φορά που Σου μίλησα θα ήμουν μάλλον μωρό. Δε θυμάμαι τίποτα. Θυμάμαι μονάχα μια φορά που μπήκε η μάνα μου στο δωμάτιο -μικρός εγώ, ήμουν δεν ήμουν 4- και με είδε να κοιτώ τον τοίχο. Ήρθε η κακομοίρα από πάνω, κοιτά δεξιά, κοιτά αριστερά, χάζεψε, λέει, το παιδί. Το παιδί! Σήκω παιδάκι μου από ‘δω! Σήκω, φώναζε.

-Άθε με ρε μάνα να κάνω την προθευχή μου!

Ναι, μικρός δεν έλεγα το «σ». Δεν ήξερα ούτε ποια είναι η διαφορά μεταξύ «σ» και «θ». Τ’ όνομα Σου, δηλαδή, θα μπορούσε να ‘ναι Θεόθ, θα μπορούσε να ‘ναι Σεόθ, θα μπορούσε να ‘ναι Σεός. Στην πραγματικότητα, δε θα είχε καμία διαφορά.

Το αεροπλάνο για εμένα ήταν πάντοτε μια περίεργη υπόθεση. Από άποψη πρακτικότητας και ταχύτητας δεν έχει, φυσικά, τίποτα το περίεργο, τίποτα το μεμπτό. Αν σκεφτείς όμως 200 σακούλες πατατάκια να ταξιδεύουν με 700χλμ/ώρα 7000 μέτρα πάνω από το έδαφος, ε τότε ναι, αυτό είναι πραγματικά περίεργο. Ακόμη πιο περίεργο είναι πως μια σακούλα με πατατάκια που συσκευάστηκε σε κάποιο εργοστάσιο κατέληξε σε μια πτήση πολυτελείας προς Ντουμπάι, ενώ η ακριβώς επόμενη στο καφενείο «Τα Δύο Αδέρφια» σ’ ένα χωριό έξω από την Έδεσσα. Τα διαχώρισε κάποιο χέρι, κάποιο φυσικά αμερόληπτο χέρι, κι η ζωή τους, ή έστω, η απόσταση που διάνυσαν μέχρι να ανοιχτούν να φαγωθούν και να ανακυκλωθούν, άλλαξε ριζικά -λόγω αυτού του αμερόληπτου χεριού.

Έτσι νιώθω κι εγώ -συσκευασία από πατατάκια σε ράμπα διαλογής. Το αμερόληπτο χέρι, βέβαια, είναι δικό Σου.

Υπάρχει πάντοτε η περίπτωση σ’ αυτή τη ζωή να είσαι η συσκευασία που πετάει προς Ντουμπάι -να καθίσεις δίπλα σε μια νόστιμη κοπέλα η οποία μένει κοντά στο ξενοδοχείο σου και να πάρετε το ίδιο ταξί. Υπάρχει κι η περίπτωση να καταλήξεις στο καφενείο έξω από την Έδεσσα -να καθίσεις δίπλα στον κύριο που θα έπρεπε να αγοράζει δύο εισιτήρια αλλά η αυτοεκτίμησή του δε του το επιτρέπει. Έτσι, κάθε φορά που πας να βγάλεις τα γυαλιά σου απ’ την τσέπη σου, άθελά σου, να ακουμπάς το ατελείωτο ιδρωμένο του δέρμα, ιδρωμένο λόγω της απίστευτης ζέστης που έχει σε όλες τις καμπίνες αεροσκαφών.

Υπάρχει, φυσικά, πάντοτε κι η περίπτωση η πορεία σου σ’ αυτόν τον κόσμο να τελειώσει με μια φαντασμαγορική έκρηξη, με έναν εκκωφαντικό κρότο τον οποίο θα ακολουθήσει μια εκκωφαντικότερη σιωπή, την οποία θα σπάει μονάχα ο ήχος της φλόγας που απανθρακώνει τα πάντα στο διάβα της: να γίνεις, για μια μικρή στιγμή, μια τεράστια πύρινη μπάλα κι ύστερα τα κομμάτια τα δικά σου, του ευτραφή κυρίου, της νόστιμης κοπέλας, της σακούλας με τα πατατάκια και της αεροσυνοδού που σε παρακάλεσε να κλείσεις το τραπεζάκι κατά την ώρα της απογείωσης για λόγους ασφαλείας θα διασκορπιστούν στην τριγύρω περιοχή.

Κι όλο αυτό θα μεταδοθεί τηλεοπτικά σε όλα τα κανάλια της χώρας, ακόμη και στα μικρότερα, τα εκάστοτε τοπικά. Και ναι, θα παίξει ακόμη και στη μικρή τηλεόραση που έχει στα «Δύο Αδέρφια», το μικρό καφενείο σ’ ένα χωριό έξω από την Έδεσσα, με τα νερά, τις διακοπές και τους περίεργους ήχους που κάνει το συγκεκριμένο χαζοκούτι.

 

ΑΙΘΟΥΣΑ ΠΡΟΣΕΥΧΗΣ 1

 

Δεν μπορεί, και το πιστεύω αυτό που Σου λέω, αυτό το χέρι να είναι αμερόληπτο. Όπως με τις σακούλες από πατατάκια, έτσι και με τους ανθρώπους, συνήθως την πατάει ο πιο γυαλιστερός. Συνήθως αυτός που για κάποιο λόγο ξεχωρίζει, ίσως αυτός με την ελιά στην κορυφή της μύτης, αυτός που έχει καράφλα σε σχήμα μεγάλου, αρρενωπού πέους. Αυτός που εφηύρε το φωτοκύτταρο στις τουαλέτες και κάνει όλον τον κοσμάκη που κάθεται σ’ αυτήν πάνω από ένα λεπτό να χορεύει ξεβράκωτος. Αυτός που, κάθε μέρα, στις 4 το απόγευμα ακριβώς πηγαίνει στο μεγάλο παράθυρο του σαλονιού του, κατεβάζει το παντελόνι του, κοιτάει στο κενό για ακριβώς 1 λεπτό, μετά το ανεβάζει και φεύγει.

Όχι, δεν είναι τρελός. Αλλά πίστεψέ με, τρέλανε το γείτονά του.

Αυτοί λοιπόν οι τύποι, αυτοί οι περίεργοι, υπέροχοι, γαμάτοι τύποι, είναι οι γυαλιστερές συσκευασίες με πατατάκια. Αυτοί που έχουν μια μικρή γυαλιστερή λεπτομέρεια στο γκρίζο σύνολο της σύνθεσής τους που τους κάνει να φωσφορίζουν στο σκοτάδι. Σ’ αυτούς τους τύπους δεν αξίζει ένας πεζός θάνατος. Σ’ αυτούς τους τύπους αξίζει ένας πραγματικά φαντασμαγορικός θάνατος. Ας πούμε, να πέσει πάνω τους το μπαλκόνι του Πάπα στο Βατικανό. Να τους χτυπήσει ο φελλός της σαμπάνιας που άνοιξε ο πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών την πρωτοχρονιά και να μείνουν στον τόπο. Να τους πλακώσει ένα πιάνο που έπεσε από τον πέμπτο επειδή έσπασε το σύρμα του γερανού, κι αυτό στην πτώση του να παίξει τις νότες από το won’t get fooled again από who.

Ή να πεθάνουν σε μια τεράστια μπάλα φωτιάς. Να προκαλεί ο θάνατός τους δέος, έκπληξη και μια ελαφρά δόση τρόμου.

Ό,τι ακριβώς έκανε κι η ζωή τους.

Αυτοί οι εντυπωσιακά υπέροχοι τύποι συνήθως δε φοβούνται τα αεροπλάνα. Όχι. Τα αεροπλάνα φοβούνται, συνήθως, οι γκρίζοι τύποι. Αυτοί που δεν έχουν ελιές σε περίεργα σημεία, αυτοί που έχουν όλα τα μαλλιά τους κι αυτοί που, -διάολε- ό,τι και να κάνουν, όσο και να σκύψουν ή να χοροπηδήξουν, το πουκάμισό τους δε θα βγει ποτέ μέσα από το παντελόνι τους, αποκαλύπτοντας μια απαίσια, ιδρωμένη λωρίδα υφάσματος.

Αυτοί οι τύποι που ζουν μια ζωή σωστή. Αυτοί οι τύποι που δεν διαλέχθηκαν στη ράμπα διαλογής επειδή ήταν υπερβολικά κανονικοί. Αυτοί που, αν ήταν πατατάκια, θα κατέληγαν σε περίπτερα -τι πιο πεζό, τι πιο βαρετό απ’ το να καταλήξεις σ’ ένα περίπτερο. Φαντάζομαι πως αυτοί οι τύποι γεμίζουν τον χώρο προσευχής στο αεροδρόμιο αυτό. Αυτοί οι τύποι που φοβούνται πως η πιο μεγάλη τους στιγμή θα είναι εκείνη που θα διαλυθούν σε μια τεράστια, πύρινη μπάλα και θα διασκορπιστούν τριγύρω απ’ τα συντρίμμια.

Όχι, οι υπέροχοι τύποι δε θα φοβόντουσαν ποτέ κάτι τέτοιο. Θα είναι μια ανωμαλία σε μια ατέλειωτη σειρά μοναδικών, δυσπερίγραπτων και ξεκαρδιστικών ανωμαλιών. Κι ο τάφος τους θα λέει:

 Χ, δημιουργός του τηλεκοντρόλ στο οποίο όταν πατάς το κουμπί αλλαγής του καναλιού, γυρνάει αυτόματα σε κανάλι σκληρού πορνό και δυναμώνει την ένταση στο μάξιμουμ.

Πέθανε σε μια πύρινη μπάλα φρίκης και διασκορπίστηκε σ’ ένα χωράφι στην Αργεντινή. Δε βρέθηκε ούτε μισό του νύχι.

Ήταν, πραγματικά, ένας γαμάτος τύπος.

Ναι, Θεέ μου. Αυτοί οι τύποι δε φοβούνται να πεθάνουν σε μια πύρινη μπάλα φρίκης. Δε θα είναι το άδοξο τέλος μιας σωστής πορείας. Δε θα είναι το κερασάκι σε μια τούρτα σοκολάτας υγείας. Θα είναι μια μπάλα σοκολάτας πάνω από μια γιγαντιαία τούρτα σοκολάτας γάλακτος, γεμιστή με μερέντα και oreo.

Διάολε, αυτοί οι τύποι δε φοβούνται το θάνατο.

Ξέρουν πως αυτός ο καριόλης αντλεί το νόημά του απ’ τη ζωή.

 

 

Εις το επανιδείν.

Ελπίζω να τα ξαναπούμε αφού διαλυθώ σε μια πύρινη μπάλα φρίκης.

No Comments

Post a Comment