ΑΘΗΝΑ-ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ - Ο ΜΕΓΑΣ ΟΔΗΓΟΣ ΤΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ feature

ΑΘΗΝΑ-ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ – Ο ΜΕΓΑΣ ΟΔΗΓΟΣ ΤΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ

Εδώ και αρκετό καιρό έχω συνειδητοποιήσει πως στην Ελλάδα διεξάγεται ένας πολύ διακριτικός εμφύλιος πόλεμος. Στο επίκεντρο βρίσκονται οι δύο μεγαλύτερες πόλεις της Ελλάδος, η Αθήνα και η Θεσσαλονίκη. Η πρωτεύουσα παρατάσσει το ένα από τα 7 θαύματα του σύγχρονου κόσμου και το μετρό της, ενώ η Θεσσαλονίκη περήφανα απλώνει τα πόδια της και πίνει καφέ στην παραλιακή. Ενδεχομένως θα έπινε και στην Καλαμαριά, αλλά χωρίς μετρό και με απεργίες του ΟΑΣΘ, πού να τρέχεις;

Τι είναι αυτό που μας κάνει, εμάς τους κατοίκους αυτών των δύο πόλεων, να σφαζόμαστε για να αποδείξουμε στον “αντίπαλο” την υπεροχή της δικής μας πόλης; Ποιες είναι τέλος πάντων αυτές οι κρίσιμες διαφορές μεταξύ Αθηναίων και Θεσσαλονικιών οι οποίες μας κάνουν να τρωγόμαστε σαν τα κοκόρια; Τι είναι αυτό που μπαίνει ανάμεσά μας και μας οδηγεί στη δημιουργία εκφράσεων όπως “σύνορα στη Λαμία”;

Στο κείμενο αυτό θα απαριθμήσω τις διαφορές στην καθημερινή ζωή ενός Αθηναίου κι ενός Θεσσαλονικιού, στην προσπάθειά μου να κατανοήσω γιατί τέλος πάντων μισούμε τόσο πολύ ο ένας τον άλλον. Θα δώσω επίσης τέλος στις μεταξύ μας διαμάχες, δίνοντας δίκιο -επιτέλους- σε μια απ’ τις δυο πλευρές σε κάθε τομέα. Παρότι είμαι Θεσσαλονικιός, θα προσπαθήσω να είμαι αμερόληπτος.

  1. Σουβλάκι/Καλαμάκι

Τίποτα άλλο δε θα μπορούσε να είναι πρώτο σ’ αυτή τη λίστα από την αιώνια διαμάχη που περιβάλλει την ονομασία αυτού του εδέσματος, που οι τουρίστες ονομάζουν “gyro” και προφέρουν “γκίρο” ή “τζάιρο”. Οι μεν Θεσσαλονικείς, όταν λέμε “σουβλάκι” εννοούμε μια μικρή σούβλα με κομμάτια κρέατος τρυπημένα, οι δε Αθηναίοι, όταν λένε “σουβλάκι” εννοούν το πιτόγυρο -ή αυτό που λέμε στη Θεσσαλονίκη σάντουιτς. Οι Αθηναίοι το σουβλάκι -δηλαδή το ξυλάκι με κομμάτια κρέατος- το ονομάζουν καλαμάκι. Κι εδώ -επειδή είμαι άκρως αμερόληπτος- θα δώσω δίκιο και στις δύο πλευρές, διότι και οι δύο λέξεις νοηματικά παραπέμπουν σε ένα ξυλάκι με κομμάτια κρέατος, η μία με την εικόνα της μικρής σούβλας, και η άλλη με την εικόνα ενός μικρού καλαμιού.

ΑΘΗΝΑ-ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ – Ο ΜΕΓΑΣ ΟΔΗΓΟΣ ΤΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ 1

Προχωρώ τώρα στο φλέγον ζήτημα: σουβλάκι/πιτόγυρο. Όταν στη Θεσσαλονίκη θέλεις να παραγγείλεις μία πίτα με γύρο, με σουβλάκι (εννοώ ξυλάκι με κομμάτια κρέατος), με σουτζουκάκι ή οτιδήποτε άλλο, παραγγέλνεις ως εξής:

-Γεια σας, θα ήθελα ένα πίτα γύρο απ’όλα / πίτα σουβλάκι (ξυλάκι με κομμάτια κρέατος) απ’ όλα / πίτα σουτζουκάκι χωρίς κρεμμύδι.

Έτσι θα παραγγείλεις. Συνήθως επειδή σε γυράδικα τρώμε γύρο, έχει επικρατήσει αυτό το έδεσμα να λέγεται πιτόγυρο, ακόμη κι αν μέσα βάλουμε σουβλάκι (ξυλάκι με κομμάτια κρέατος), σουτζουκάκι ή όποιο άλλο κρέας. Επίσης, συνηθέστερα το ονομάζουμε σάντουιτς. Νομίζω πως σχεδόν τα πάντα στη Θεσσαλονίκη είναι σάντουιτς.

Η διαδικασία στην Αθήνα είναι παρόμοια. Στην Αθήνα, η γενική έννοια που στη Θεσσαλονίκη ονομάζεται πιτόγυρο ή σάντουιτς, εκεί λέγεται σουβλάκι ή τυλιχτό. Ο φίλος Αθηναίος που θα θελήσει να γουρουνιάσει και να φάει από γυράδικο, θα παραγγείλει ένα σουβλάκι με γύρο, ή ένα σουβλάκι με χοιρινό καλαμάκι, ή ό,τι κρέας θέλει αυτός.

Και τώρα, η ώρα της ετυμηγορίας. Το Θεσσαλονικιώτικο σάντουιτς είναι σαν τα passe-partout των κλειδαράδων: είναι και τοστ, είναι και μπαγκέτα, είναι και πιτόγυρο, είναι και λαμπατέρ υπό προϋποθέσεις. Δεν το βάζω καν στην εξίσωση, όμως σας πληροφορώ πως συνεννοούμαστε μια χαρά εδώ πάνω. Το πιτόγυρο είναι σε κάποιες περιστάσεις παραπλανητικό, όπως, ας πούμε, αν θες να φας μία πίτα με χοιρινό σουβλάκι (ξυλάκι με κομμάτια κρέατος), αλλά αν θες να φας όντως πίτα με γύρο, είναι ακριβές. Η ονομασία σουβλάκι των Αθηναίων είναι αντικειμενικά άστοχη, διότι παραπέμπει σε μία μικρή σούβλα -αυτό που οι ίδιοι ονομάζουν καλαμάκι.

Συνοψίζοντας, κατά την ταπεινή μου άποψη, η πιο σωστή και ακριβής ονομασία γι’ αυτό το έδεσμα που στο κάθε μέρος το ονομάζουν διαφορετικά, είναι το αθηναϊκό τυλιχτό, γιατί περιγράφει ακριβώς αυτό το “τύλιγμα” του κρέατος -ό,τι κι αν αυτό είναι- από την πίτα. Έτσι, αν και το Θεσσαλονικιό πιτόγυρο είναι μέσα στην καρδιά μου και είναι -στις περισσότερες περιπτώσεις- ακριβές, χάνει από το αθηναϊκό τυλιχτό. Θα δώσω λοιπόν δίκιο στους Αθηναίους, όχι για την άστοχη ονομασία σουβλάκι, αλλά για την ελάχιστα χρησιμοποιημένη ονομασία τυλιχτό, με κίνδυνο να με αποκληρώσει ο πατέρας μου, και δε θα ξανασχοληθώ ποτέ με αυτό.

 

ΑΘΗΝΑ-ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ – Ο ΜΕΓΑΣ ΟΔΗΓΟΣ ΤΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ 2
  1. Τοστ/Σάντουιτς

Άλλη μια ιδιαιτέρως “ζουμερή” υπόθεση. Όπως έχω αναφέρει αρκετές φορές, στη Θεσσαλονίκη, ό,τι μπαίνει σε τοστιέρα είναι τοστ. Ακόμη κι αν βάλεις μια φέτα dirollo -δε θα πω τυρί ή κασέρι, δεν έχουμε φτάσει ακόμη εκεί- ανάμεσα σε δύο παντόφλες και το βάλεις στη τοστιέρα, είναι τοστ. Στην Αθήνα ωστόσο, τοστ ονομάζεται μονάχα το τετράγωνο ψωμί που όλοι γνωρίζουμε. Όλα τα άλλα σχήματα αποκλείονται. Έτσι, όταν παίρνεις έναν διαφορετικό τύπο ψωμιού, παραδείγματος χάριν το “μακρουλό” ψωμί, του βάζεις μέσα υλικά και το βάζεις στην τοστιέρα, στην Αθήνα φτιάχνεις ένα σάντουιτς.

Στο ορισμό του ρήματος “to toast” πουθενά δεν υπάρχει διευκρίνιση για το σχήμα του ψωμιού -υπάρχει, ίσως, για το πάχος. Οπότε, πέραν πάσης υπερβολής, καμία σημασία δεν έχει αν το ψωμί που βάζεις στην τοστιέρα έχει σχήμα καρδιάς, μισοφέγγαρου ή σφυροδρέπανου: είναι τοστ. Είμαι λοιπόν αναγκασμένος να δώσω δίκιο στους Θεσσαλονικείς, όσον αφορά τουλάχιστον την ονομασία του τοστ και τον συμβολισμό του.

Τώρα, όσον αφορά την ονομασία σάντουιτς, πρέπει να ομολογήσω πως με διασκεδάζει απίστευτα. Όταν πηγαίνω σε γυράδικο με αθηναίο φίλο και παραγγέλνω ένα σάντουιτς, στα μάτια του είναι σαν να μπαίνω σε ανθοπωλείο και να ζητάω πρόκες.

  1. Το “λ”

-Είσαι από τη Θεσσαλονίκη; Με ρωτάνε χασκογελώντας διάφοροι όταν με γνωρίζουν.

-Ναι, πως το κατάλαβες;

-Από το “λ”.

Τι να σας πω ρε παιδιά. Εγώ δεν το ακούω. Στους φίλους μου δεν το ακούω, εκτός από κάποιες φορές που το παρατραβάνε λες και το κάνουν επίτηδες. Κάποιες φορές ωστόσο πιάνω τον εαυτό μου να λέει το “λ” παχύ. Οφείλω να ομολογήσω πως μου αρέσει. Είναι η αλήθεια πως είμαι περήφανος για την πόλη μου και γι’ αυτό το παχύ της “λ”, νιώθω πως με διαφοροποιεί. Αυτό που με ενοχλεί απίστευτα είναι η προσπάθεια μερικών μη-Θεσσαλονικιών να προφέρουν μια λέξη με πολλά “λ”. Είναι ανόητο, είναι ενοχλητικό και μου το έχουν ξανακάνει -με την ίδια αποτυχία.

ΑΘΗΝΑ-ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ – Ο ΜΕΓΑΣ ΟΔΗΓΟΣ ΤΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ 3
ΑΘΗΝΑ-ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ – Ο ΜΕΓΑΣ ΟΔΗΓΟΣ ΤΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ 4
  1. Το “με και σε”

Το “με” είναι συνυφασμένο με τη Θεσσαλονίκη. Είμαι πεπεισμένος πως οι περισσότεροι νέοι που το χρησιμοποιούν το κάνουν εν γνώσει τους. Έχω συνομιλήσει με εξαιρετικά έξυπνους και διαβασμένους Θεσσαλονικιούς που καταπιάνονται με πράγματα απείρως πιο σύνθετα και ουσιώδη από ανόητα γραμματικοσυντακτικά λάθη, οι οποίοι μιλούν με “με” και “σε”. Είναι ένα λάθος της γλώσσας το οποίο σιγά-σιγά προσπαθεί να βρει τα βήματά του για να εδραιωθεί ως κομμάτι της. Είναι ένας τρόπος να ξεχωρίζουμε ο ένας τον άλλον, ένα κοινωνικό φαινόμενο το οποίο εξισώνει ανθρώπους παντός μορφωτικού επιπέδου με βάση μονάχα τον τόπο προέλευσής τους: τη Θεσσαλονίκη.

Αν και χαριτωμένο, δεν παύει να είναι λάθος. Έτσι, δίνω δίκιο στους Αθηναίους, όμως τους υπενθυμίζω πως υπάρχουν φορές που η αντωνυμία μπαίνει στην αιτιατική, αλλιώς η επικοινωνία είναι αναποτελεσματική (θα σου πάρω τηλέφωνο). Επίσης, όπως αντιλήφθηκα μετά από την επίσκεψή μου στην πρωτεύουσα, κάποιες φορές και οι Αθηναίοι χρησιμοποιούν “με” και “σε” στην καθημερινή τους ομιλία, ιδίως στην οδήγηση (άντε ρε μαλάκα μια ώρα, μην κατέβω κάτω και σε γαμήσω).

  1. Κασέρι/Τυρί

Αυτή η διαφορά έχει καταντήσει κουραστική. Το πρόβλημα εντοπίζεται στη μανία ημών (Θεσσαλονικιών πάσης φύσεως) να ονομάζουμε “κασέρι” οποιοδήποτε κίτρινο τυρί. Ναι, γνωρίζουμε πως το κασέρι είναι ένα είδος κίτρινου τυριού αλλά δε μας ενδιαφέρει. Προσωπικά, ακόμη κι αν βάψεις ένα κομμάτι φέτα (το κλασικό, άσπρο τυρί) με κίτρινο φωσφοριζέ υπογραμμιστικό STABILO, εγώ θα το πω περήφανα κασέρι.

ΑΘΗΝΑ-ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ – Ο ΜΕΓΑΣ ΟΔΗΓΟΣ ΤΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ 5

Σε εμάς, ο διαχωρισμός είναι καθαρά χρωματικός. Ό,τι είναι κίτρινο είναι κασέρι. Στην Αθήνα, το κάθε επιμέρους κίτρινο τυρί διατηρεί την ονομασία του. Το πρόβλημα είναι πως κάποιοι Αθηναίοι λένε αυθαίρετα τη φέτα “τυρί”. Δηλαδή τα υπόλοιπα τι είναι ρε παιδιά, κάλτσες; Μιλώ κι εγώ που λέω κάθε τι κίτρινο κασέρι. Έχετε δίκιο. Με στριμώξατε στη γωνία με τα χέρια ψηλά. Οι συνθήκες μου επιβάλλουν να δώσω δίκιο στους Αθηναίους, υπενθυμίζοντας πως “τυρί” δεν είναι μόνο η φέτα. Έτσι, όπως είπε και ο πατέρας μου στον “τοστά” που τον κορόιδευε επειδή ονόμαζε διαφορετικά τα τυριά: “ποιος πληρώνει;”

ΑΘΗΝΑ-ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ – Ο ΜΕΓΑΣ ΟΔΗΓΟΣ ΤΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ 6

       6. Λεμονίτα/Λεμονάδα/Γκαζόζα

Εδώ γέλασα πολύ. Καταρχάς, να δηλώσω πως δεν ήξερα ότι η Sprite είναι γκαζόζα, γι’ αυτό και ήθελα να χαστουκίσω την υπάλληλο που μου την πλάσαρε ως τέτοια. Γκαζόζα λοιπόν είναι αυτό το γλυκό διάφανο ανθρακούχο ζουμί. Ωραία μέχρι εδώ. Ας το πάρουμε από την αρχή.

Στην Αθήνα, λεμονίτα είναι η λεμονάδα και λεμονάδα είναι η γκαζόζα. Ετυμολογικά, η λεμονίτα έρχεται από τα ιταλικά αυτούσια και είναι η αεριούχος λεμονάδα που περιέχει τουλάχιστον μία μικρή ποσότητα χυμού λεμονιού, ενώ η λεμονάδα περιέχει μονάχα άρωμα ή εκχύλισμα. Αυτό περιέργως στέκει διότι οι γκαζόζες έχουν άρωμα λεμονιού. Οφείλω να παραδεχτώ πως εντυπωσιάστηκα. Δεν είχα ιδέα, νόμιζα πως ήταν απλώς πολύ-πολύ μπερδεμένοι. Ωστόσο, δεν πρόκειται να δώσω σε κανέναν δίκιο, διότι κανείς δεν διαπράττει ουσιαστικό σφάλμα. Απλώς, όταν θες να πιείς λεμονάδα στην Αθήνα, ίσως είναι καλύτερο να τη δείχνεις με το δάχτυλο και να φωνάζεις “αυτό θέλω, αυτό!” για την αποφυγή πάσης παρεξήγησης.

     7. Μανό/Όζα

Λοιπόν, κοιτάξτε να δείτε πώς έχει το πράγμα. Αυτή είναι μία κόντρα για την ονομασία βερνικιού νυχιών. Οι μεν Θεσσαλονικείς το λέμε όζα -και μας κοροϊδεύουν- και οι δε Αθηναίοι το λένε μανό. Απαράδεκτο αυτό το πράγμα. Πρέπει να επιλυθεί πάραυτα, αυθωρεί και παραχρήμα. Επειδή όμως δε με νοιάζει καθόλου πώς ονομάζεται το βερνίκι νυχιών, δίνω δίκιο στον Στέφανο Χίο, μπας και σταματήσει επιτέλους να φωνάζει.

ΑΘΗΝΑ-ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ – Ο ΜΕΓΑΣ ΟΔΗΓΟΣ ΤΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ 7
ΑΘΗΝΑ-ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ – Ο ΜΕΓΑΣ ΟΔΗΓΟΣ ΤΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ 8

     8. Λάστιχο/Φούιτ

Πριν πάθει κάποιος Αθηναίος εγκεφαλικό, καλά διαβάσατε. Φούιτ. Έτσι ονομάζουμε στη Θεσσαλονίκη το σκάσιμο του ελαστικού. “Έλα ρε φίλε… Έπαθα φούιτ στον περιφερειακό!” Κάτι αντίστοιχο με το “έπαθα λάστιχο”, απλώς απείρως πιο ενδιαφέρον ετυμολογικά.

Στα λατινικά, οι αρχικοί χρόνοι του ρήματος sum που σημαίνει είμαι είναι sum fui esse. Χωρίς να κουράσω, θα πω πως το fui είναι ο παρακείμενος (με σημασία αορίστου), και το τρίτο του πρόσωπο είναι fuit – φούιτ. Ετυμολογικά λοιπόν, φούιτ σημαίνει ήταν. Είναι μια ελλειπτική πρόταση: ήταν [το λάστιχο φουσκωμένο]. Πριν λοιπόν σκεφτείτε να μας πείτε καράβλαχους, ξανασκεφτείτε το: είναι που μιλάμε λατινικά και δεν καταλαβαίνετε.

Δίνω με συνοπτικές διαδικασίες εντελώς αντικειμενικά δίκιο στους Θεσσαλονικείς για την ορθή χρήση του λατινικού ρήματος sum, παρόλο που με αυτόν τον τρόπο επιδεικνύουμε υπέρ το δέον το πόσο βαθιά καλλιεργημένοι είμαστε ρε γαμώτο σαν πόλη. Άλλοι παθαίνουν λάστιχο και ρίχνουν καντήλια, κι εμείς μιλάμε λατινικά. Πάρτε πολιτισμό, ρε τάγαροι. Πάρτε πολιτισμό με το τσουβάλι.

Και κάπως έτσι αυτή η μεγάλη λίστα διαφορών φτάνει στο τέλος της. Όσο για τα πολλά που δεν ανέφερα, συγχωρήστε με. Οι διαφορές μας δεν έχουν τελειωμό και δεν γίνεται να τις συμπεριλάβω όλες χωρίς να σας πάρει ο ύπνος. Σας συστήνω μονάχα, όταν επισκέπτεστε την “αντίπαλη” πόλη, μην ασχολείστε με ανοησίες. Δείτε πόσο υπέροχες είναι αμφότερες και πιείτε μια λεμονίτα στην υγειά τους.

5 Comments
  • Zeses
    Reply January 31, 2017 at 2:22 pm

    Γέλασα πολύ γιατί και στο δικό μου μυαλό οι διαφορές είναι ακριβώς έτσι. Όσο για το “λ” νομίζω ότι πρόκειται για τυχαίες περιπτώσεις ανθρώπων που το χρησιμοποιούν λόγω διαλεκτικών στοιχείων στην προφορά τους. Όσο όμως για τα “μου/με”, τα πράγματα είναι πιο συγκεκριμένα. Έτυχε οι βόρειοι να επιλέξουν τον τύπο της αιτιατικής, εν αντιθέσει με τους νότιους που επέλεξαν αυτόν της γενική. Είναι κλασική περίπτωση βόρειοι – νότιοι, όπως συμβαίνει σε πολλές γλώσσες 🙂

  • Πάνος
    Reply February 2, 2017 at 9:55 pm

    Κι εγώ γέλασα πολύ. Κατ’ αρχήν, κανένα μίσος, καμία αντιπαράθεση, αν υπάρχει κάτι ωραίο στην Ελλάδα είναι σε κάθε μέρος κάτι να λέγεται διαφορετικά.

    Κι αν…έχω καταλάβει μια ατέλεια στις διακρίσεις, στη Θεσσαλονίκη μίλησες για πίτα με σουτζουκάκι. Να ρωτήσω δειλά, σουτζουκάκι είναι αυτό που λέμε στην Αθήνα “κεμπάπ”; (Ξέρεις, περνάει η γάτα έξω από το σουβλατζήδικο, βγαίνει ο σουβλατζής με το ρόπαλο, και…μπάπ ! Και μετά μέσα, για ψήσιμο !) Σουτζουκάκι πάντως, και μάλιστα μόνο στον πληθυντικό. εγώ καταλαβαίνω το γνωστό σαλτσερό σμυρνέικο φαγητό, σουτζούκι δε, στον ενικό και ανυποκόριστο, είναι φυσικά το πανάλμυρο αλλαντικό. Σουτζουκάκι σε ψητό κρεατικό, δεν απάντησα στα ολίγιστα 47 μου χρόνια… Και φαντάζομαι ότι δε θα εννοείς το κοινό μπιφτέκι…

    Για το τοστ έχεις τα δίκια σου, αλλά εκεί, το έχουμε πάρει από την αρχή λάθος : toaster είναι στα αγγλικά η φρυγανιέρα, η δε δική μας “τοστιέρα” είναι φυσικά sandwich maker… Με έναν ακόμα αστερίσκο, αν πεις “ζωγραφίστε μου μια φέτα ψωμί του τοστ” , οι 11 στους 10 θα φτιάξουν μια τετράγωνη φέτα.

    Περιμένουμε φυσικά και τη συναρπαστική συνέχεια, με διακρίσεις όπως “πότε θα ανέβεις/κατέβεις στην Αθήνα/Θεσσαλονίκη”, “λεωφορείο/αστικό” (το “αστικό” έχει μπει και σε στίχο, στο τραγούδι των Χειμερινών Κολυμβητών “Ψες το βράδυ”, αναφερόμενο στην Καβάλα) και άλλα…

  • Νικ
    Reply February 7, 2017 at 2:10 pm

    Που να είσαι ακόμη Κύπρια που δουλεύει σε αραβικό μαγαζί και όσες φορές δε σε περνάνε για Ινδή/Αιγύπτια/Ιρακινή (no hate απλα ΔΕΝ είμαι τόσο μελαχρινή πια), προσπαθούν να μιλήσουν κυπριακά βιαζοντας τη διάλεκτο από παντού.. και απλά χαμογελάς αλλά από μεσα σου έχει ακούσει μέχρι κ ο παππούς τους.. Εγώ το λ σας το αγαπάω, δεν προσπαθώ να το μιμηθώ όμως…

Post a Comment