Η ΜΕΡΑ ΜΕ ΤΑ ΟΧΙ feature

Η ΜΕΡΑ ΜΕ ΤΑ ΟΧΙ

Η ημέρα της 28ης Οκτωβρίου, όπως κάθε ημέρα του Οκτώβρη που σέβεται τον εαυτό της, ξημέρωσε μουντή και γκρίζα. Ξύπνησα και σήκωσα τα στόρια για να αντικρίσω ένα μεγάλο σύννεφο να πλησιάζει απειλητικά. Ήταν θέμα χρόνου. Άφησα τις μπαλκονόπορτες ανοιχτές για να αεριστεί ο χώρος, πήρα μια κάμερα παραμάσχαλα, μια άλλη στην τσέπη, 1,50€ για καφέ και έφυγα τρέχοντας, μήπως και όλως τυχαίως προλάβω να βρω κάποια θέση μπροστά στην παρέλαση.

Μπαίνοντας στο ασανσέρ, συνειδητοποίησα πως πηγαίνει προς τα επάνω. Με το άνοιγμα της πόρτας, ο μέχρι προσφάτως χαρούμενος κύριος τον οποίο άκουγα να σιγοτραγουδά στράβωσε το πρόσωπό του και μπήκε στην καμπίνα σκυθρωπός. Ίσως δεν ήμουν το ωραιότερο θέαμα αγουροξυπνημένος. Ίσως πάλι προτιμούσε να διανύσει τη διαδρομή από τον έκτο ως το ισόγειο ολομόναχος με τις σκέψεις του και τις ελαφρώς φάλτσες νότες του.

-Καλημέρα σας, του είπα. Καμία απόκριση.

Αυτό ήταν το πρώτο μου όχι.

Βγαίνοντας από την πολυκατοικία, προσπαθούσα να πείσω τον εαυτό μου πως δεν έχω χρόνο να ασχοληθώ με τις εκάστοτε αγενείς συμπεριφορές. Έχω όμως το κουσούρι να παίρνω τα πάντα προσωπικά, να με βάζω στη θέση του φταίχτη για λόγους που εγώ -και μόνο εγώ- αγνοώ. Περπάτησα μέχρι το καφέ από το οποίο παίρνω πάντοτε τον πρωινό μου καφέ προσπαθώντας να ξεπλύνω τη γεύση της αγένειας από το στόμα μου -μια γεύση που δε φεύγει ούτε με το πιο ενδελεχές πλύσιμο.

Στο καφέ γινόταν πανικός. Τουλάχιστον 7 άτομα περίμεναν τον καφέ τους και τα δύο παιδιά στο μπαρ έτρεχαν σαν παλαβοί. Μετά από εμένα μπήκαν άλλες δύο οικογένειες και οι απαιτήσεις τους στους καφέδες ήταν μια στάλα υπερβολικές: μία ζαχαρίνη, λίγο γάλα, ελαφρύς και ελαφρώς χτυπημένος -η δυσνόητη φιλοσοφία που συνοδεύει το πρωινό ξύπνημα.

Η ΜΕΡΑ ΜΕ ΤΑ ΟΧΙ 3
Η ΜΕΡΑ ΜΕ ΤΑ ΟΧΙ 4

Παρήγγειλα έναν διπλό καπουτσίνο και, παρά τα ανεξήγητα άγχη μου, κουβαλούσα μαζί μου ακριβώς το ποσό: ενάμιση ευρώ. Αυτή είναι μια κίνηση που δε με χαρακτηρίζει. Πάντα παίρνω περισσότερα, μήπως κάτι συμβεί και εκτεθώ στον πωλητή -λες και μια τέτοια έκθεση θα σήμαινε καταστροφή. Μέσα στη βιασύνη και τη φασαρία, αυτό το «κάτι» πήγε στραβά: ο πωλητής άκουσε φρέντο καπουτσίνο, μου τον έδωσε όπως-όπως και μου ζήτησε 1,60€.

Είχα δυο λόγους να αγχωθώ: πρώτον, δεν ήταν αυτός ο καφές που παρήγγειλα. Δεύτερον, δεν είχα λεφτά να τον πληρώσω. Τα άγχη μου, σαν κακά όνειρα που σε συνοδεύουν για μερικά δευτερόλεπτα μετά την αφύπνιση, πήραν σάρκα και οστά.

-Ξέρετε, ψέλλισα, δεν παρήγγειλα αυτόν τον καφέ. Σας είπα διπλό, όχι φρέντο.

Στο βλέμμα του πωλητή διάβαζα ολοκάθαρα μια βιασύνη κι έναν θυμό.

-Κι έχω πάνω μου μόνο 1,50€.

-Φίλε με συγχωρείς, αλλά γίνεται χαμός. Άσε το 1,50€ και φύγε.

Αυτό ήταν το δεύτερο όχι.

Βγαίνοντας από το καφέ με έναν λαιμό κλεισμένο από ένα επίμονο κρυολόγημα και μια βουλωμένη μύτη, είχα ήδη σχηματίσει νοηματικά την πορεία του κρύου καφέ στον κοντινότερο κάδο. Η στραβή μέρα φαίνεται από τα μικρά της.

Κατεβαίνοντας στην παραλιακή με δυο κάμερες παραμάσχαλα και χωρίς εκείνη την γενεσιουργό πρώτη τζούρα του πρωινού καφέ, συνειδητοποίησα πως μια θέση στην πρώτη σειρά αποτελούσε απατηλό όνειρο. Ο κόσμος ήταν απίστευτα συνωστισμένος και όλοι πάσχιζαν να βρουν ένα ελάχιστα υπερυψωμένο σημείο γι’ αυτούς και την οικογένεια.

Οι δυσμενείς συνθήκες δεν φάνταζαν ικανές να ενοχλήσουν κανέναν. Χειροκροτήματα κάθε δυο λεπτά και μεγάφωνα που μια στο τόσο έχαναν μια-δυο νότες των εμβατηρίων. Στην συντριπτική του πλειοψηφία, ο κόσμος ήταν πολύ καλοντυμένος. Ημέρα εθνικής εορτής, ημέρα ανάτασης ψυχής -και γκαρνταρόμπας. Φίλοι που έκοβαν βόλτες μ’ έναν καφέ στο χέρι, μπαμπάδες με μικρά παιδιά στους ώμους για να δουν τους Εύζωνες, μαμάδες που γκρίνιαζαν για τη βροχή που είχε αρχίσει να πέφτει στα μαλλιά τους δυνατά κι ένας αγουροξυπνημένος τύπος με δυο κάμερες που βρέχονταν, χωρίς κανένα σημείο να τις χρησιμοποιήσει.

Επιχείρησα να ελιχθώ ανάμεσα στους ανθρώπους κι έλαβα μερικά υποτιμητικά βλέμματα, δηλωτικά ενός υφέρποντος «ξέρεις ποιος είμαι εγώ που μόλις πάτησες;». Ύστερα από αρκετά σπρωξίματα κι ακόμη περισσότερες συγγνώμες, έφτασα σ’ ένα σημείο στο οποίο, αν κρεμιόμουν από τα κάγκελα, θα είχα ένα όμορφο πλάνο. Πολύ ευγενικά προσέγγισα τον πατέρα που καθόταν μπροστά από τα κάγκελα και του εξήγησα πως, για τις ανάγκες της φωτογράφησης, θα ήθελα να κρεμαστώ δυο λεπτά από τα κάγκελα και μετά να τον αφήσω στην ησυχία του.

Η ΜΕΡΑ ΜΕ ΤΑ ΟΧΙ 6
Η ΜΕΡΑ ΜΕ ΤΑ ΟΧΙ 2

Η αργοπορημένη του απόκριση στο μυαλό μου μεταφράστηκε σε αδυναμία να επιλέξει μια ικανοποιητική δικαιολογία για να με στείλει στο καλό. Άνοιξε το στόμα, έξυσε το πηγούνι του, χαμογέλασε αμήχανα και τελικά το πήρε απόφαση και μου είπε πως έχει δυο μικρά παιδιά και ίσως καλύτερα να το αφήσουμε.

Αυτό ήταν το τρίτο μου όχι.

Προχώρησα λίγο παρακάτω και βρήκα ένα υπερυψωμένο σημείο. Έβγαλα γρήγορα τα πλάνα που ήθελα και με κατέκλυσε το άγχος για τις ορθάνοιχτες μπαλκονόπορτες στο σπίτι μου και ένα πιθανό σενάριο Τιτανικού που εξελισσόταν παράλληλα στο σαλόνι μου. Έφυγα οριακά τρέχοντας ευθεία πάνω, βγήκα στη Βασιλέως Γεωργίου και περπάτησα ελεύθερα, χωρίς μαραθωνίους σπρωξίματος.

Στο δρόμο μου συνάντησα έναν παππού ο οποίος κουβαλούσε μια σημαία. Ήταν ντυμένος με μια παραδοσιακή φορεσιά η οποία δήλωνε πως είχε μόλις ολοκληρώσει την παρέλαση. Τον ρώτησα αν μπορούσα να τον βγάλω μια φωτογραφία με τη σημαία.

-Και τι είσαι εσύ; Δημοσιογράφος; Βιάζομαι. Να τη δημοσιεύσεις θες;

Αποφάσισα να μην προσπαθήσω να εξηγήσω τα ανεξήγητα σ’ έναν απρόθυμο άνθρωπο που βιάζεται. Κι αυτό ήταν το τέταρτο όχι.

Φουριόζος έφτασα στην είσοδο της οικοδομής, μετρώντας φωτογραφίες και «όχι». Την ώρα που έψαχνα τα κλειδιά μου, μη μπορώντας να τα βρω γρήγορα, ένας άνθρωπος ανέβηκε τις σκάλες της εισόδου. Ήταν τυφλός και κρατούσε το μπαστούνι του. Πολύ γρήγορα έβγαλε τα κλειδιά του, ξεκλείδωσε την εξώπορτα και μπήκε μέσα. Μπήκα μαζί του κι εγώ.

Περιμένοντας το ασανσέρ, αποφάσισα να γνωστοποιήσω την παρουσία μου, μη γνωρίζοντας αν την είχε αντιληφθεί.

-Φίλε μου, μπήκα κι εγώ μαζί σου. Πάω πάνω.

-Το κατάλαβα, μου αποκρίθηκε χωρίς να γυρίσει προς το μέρος μου. Γνωρίζω πως οι τυφλοί έχουν απίστευτα οξυμμένες τις υπόλοιπες αισθήσεις τους, όμως στο απαίδευτο μυαλό μου φαντάζει αδύνατο, ανεξήγητο.

Μπήκαμε στο ασανσέρ. Ο κύριος πάτησε το κουμπί του ορόφου του δίχως δισταγμό. Ψηλάφισε τον πίνακα και βρήκε τον όροφό του. Του είπα πως μένω στον τέταρτο και, χωρίς καμία καθυστέρηση, κατέβηκε ψηλαφιστά δυο κουμπιά κάτω και πάτησε το 4. Έμεινα με γουρλωμένα μάτια να κοιτώ την αποτελεσματικότητα των κινήσεών του. Ήταν από εκείνες τις άβολες σιωπές του ασανσέρ. Φτάνοντας στον όροφό μου τον χαιρέτησα.

-Είναι μια υπέροχη μέρα σήμερα, κύριε. Καλημέρα σας, μου είπε. Χαμογέλασε χωρίς να με κοιτάει. Φώτισε το πρόσωπό μου. Είμαι σίγουρος πως κι αυτό το κατάλαβε πίσω απ’ τα μαύρα του γυαλιά.

Κι αυτό ήταν ένα μεγάλο ναι.

Μπήκα φουριόζος στο σπίτι. Κανένα σκηνικό κατακλυσμού, άλλο ένα άσκοπο άγχος στη συνείδησή μου. Έκλεισα τις μπαλκονόπορτες και κάθισα στον καναπέ. Συλλογίστηκα πως ένα γλυκό «ναι» διώχνει χίλια μίζερα «όχι». Σαν να ανοίγεις το παράθυρο σ’ ένα κατασκότεινο δωμάτιο και να νιώθεις το φως να πλημμυρίζει το χώρο. Το φως θα νικάει πάντα το σκοτάδι -ακόμη και στις σκοτεινότερες των ημερών.

Η ΜΕΡΑ ΜΕ ΤΑ ΟΧΙ 7

Μια στο τόσο θα κλείνω τα μάτια από ‘δω και στο εξής. Ίσως έτσι βλέπουμε λίγο καλύτερα.

7 Comments
  • Μαρία.
    Reply October 29, 2017 at 10:30 pm

    Νομίζω οτι άνθρωποι αγχώνονται να μιλούν μέσα στα ασανσέρ γιατί λόγω χώρου αισθάνονται ήδη εγκλωβισμένοι και δεν θέλουν να εγκλωβιστούν κι άλλο σε μια αμήχανη συζήτηση.
    Χωρίς φυσικά αυτό να δικαιολογεί την αγένεια τους!

      • Μαρία.
        Reply October 29, 2017 at 10:47 pm

        Αλήθεια είναι.
        Αλλά όλες οι συζητήσεις έτσι αρχίζουν! 😀
        Εμείς έχουμε έναν παππού στον δεύτερο που όποτε τον καλημερίζω με στραβοκοιτάει – μήπως να τους μαζέψουμε στο ίδιο κτίριο να ξεμπερδεύουμε;

  • Ελένη
    Reply October 30, 2017 at 1:05 am

    Για μένα θα ήταν ωραίο να έγραφες το κείμενο σε braille και να μπορέσει να το διαβάσει και ο πρωταγωνιστής σου. Θα το χαιρόταν πολύ-να είσαι σίγουροςΒασίλη !

  • Pingback: 2017 - A YEAR IN PHOTOS - The Loner
    Reply December 31, 2017 at 6:14 pm

Post a Comment