Ζ feature

Ζ

Έ να μεσημέρι του Γενάρη

Βγήκα από το σπίτι φουριόζος. Το να φτάσεις σήμερα στο κέντρο είναι πράμα δύσκολο, λόγω του συλλαλητηρίου. Υπάρχει μια κατάληψη σε εξέλιξη δίπλα απ’ το σπίτι μου στο Φάληρο και οι αστυνομικοί μας στέλνουν από τα κάτω στενά της Βασιλέως Γεωργίου. Στο βάθος, λίγο πιο πέρα απ’ το δημαρχείο, βλέπω καπνούς. Ένας τύπος καβάλα σ’ ένα άλογο περνά το δρόμο. Φορά την Ελληνική σημαία. Άνθρωποι μιλούν δίπλα στο πάρκο, το μικρόφωνο αλλάζει χέρια. Πιάνω σκόρπιες λέξεις. Μακεδονία. Προδοσία. Ελλάδα. Ένα κοριτσάκι κουνά την ελληνική σημαία. Παραδίπλα, ένας κύριος λέει στον φίλο του πως θα σκάσει η φούσκα του. Πάει σ’ έναν κάδο και ξαλαφρώνει.

Σήμερα η Θεσσαλονίκη είναι μια πραγματική Ουδετερούπολη. Στα μέρη που δεν βράζει το τσιμέντο απ’ τη διαδήλωση, οι δρόμοι είναι άδειοι, αφύσικα άδειοι. Κάνα δυο ξεχασμένοι περπατούν και ρίχνουν κλεφτές ματιές πίσω τους. Πού και πού ξεπαρκάρει κάποιο αμάξι. «…θυμήθηκε όλες αυτές τις μάσκες του ουδέτερου κόσμου, που όδευαν, αδιάφοροι, ο καθένας μες στη γιωταχί απομόνωσή του, σ’ έναν σκοπό παράλογο και άσχετο απ’ τον δικό του». Η αστυνομία κλείνει κάποιους δρόμους, ελέγχει τη ροή της κυκλοφορίας. Ένα αμάξι πηγαίνει ανάποδα στην Εθνικής Αμύνης -κι ένα τρίκυκλο στη Βενιζέλου. Χρόνια πριν.

Περνώ δίπλα απ’ την Αγιασοφιά. Ο τρούλος της στέκει γαλήνιος. Χρόνια κοιτά τους ανθρώπους να τσακώνονται κι ύστερα να σμίγουν. Αυτή η πόλη έχει πολλά να σου πει. Πόσα έχουν σηκώσει τα τσιμέντα της και πόσα ακόμη κρύβουν από κάτω. Πόσες διαμαρτυρίες, πόσες φωνές, πόσους ιερούς σκοπούς. Κι ύστερα, όπως κάθε μεγάλη ιδέα, ακολουθεί την πορεία της ανάγκης: γίνεται ιστορία και μετά σιωπή.

Ζ 7
Ζ 4

Περνώ έξω απ’ την ψαραγορά. Το Καπάνι, το Μοδιάνο, το Μπεζεστένι βρωμούν Θεσσαλονίκη. Τα πλάνα της ταινίας του Γαβρά δε μου θυμίζουν καθόλου την πόλη μου. Μέσα απ’ τις σελίδες του Ζ βγαίνει μυρωδιά Θεσσαλονίκης, ίδια κι απαράλλαχτη μ’ αυτή που με μεγάλωσε. Κάπου εδώ έκαναν πιάτσα ο Γιάγκος, ο Βάγγος κι όλοι οι μεταφορείς. Κάπου εδώ είχε το μαγαζί του ο μαστρο-Κώστας. Κάπου εδώ απέναντι ήπιαν τις ρετσίνες τους κι έφαγαν τις μπουγάτσες τους ο Γιάγκος κι ο Αρχηγόσαυρος και δώσανε τα χέρια. Αυτό είναι το μέρος, με λίγα παραπάνω χρόνια στην πλάτη του.

Στη συμβολή των οδών Βενιζέλου, Ερμού και Σπανδωνή είναι όλα γαλήνια –ουδέτερα. Μια κυρία χαζεύει φορέματα στα βιτρίνες. Ένα γυμνασιόπαιδο ακούει δυνατά μουσική από ένα μικρό ηχείο. Ένας παππούς με κοιτά περίεργα να τραβώ φωτογραφία τα χέρια του μνημείου. Τι να θέλει ετούτος τέτοια μέρα, αναρωτιέται. Κοιτά τη δουλειά του και χάνεται στα στενά του Καπανιού. Ποιος ξέρει -ίσως ήταν τότε εδώ εκείνο το βράδυ του Μάη. Ίσως είδε το τρίκυκλο να βαρά, να φεύγει ανάποδα στη Βενιζέλου (που ‘ναι μονόδρομος ανόδου) και να στρίβει στην διπλής κυκλοφορίας τότε Τσιμισκή.

Ένα λεωφορείο κορνάρει μες στην πόλη

Ανέβηκα σ’ ένα λεωφορείο γεμάτο μέχρι τα μπούνια. Οι άνθρωποι θέλανε να πάνε σπίτια τους -μεγάλη μέρα, κουραστική. Ας φύγουμε γρήγορα πριν κλείσουν πάλι τους δρόμους. «Γιατί περί χάους πρόκειται […] σ’ αυτήν εδώ την πόλη με το νεκρό λιμάνι και με τον κάθε άλλο παρά Λευκό Πύργο της». Δίκιο είχε ο δημοσιογράφος στην υπόθεση Ζ. Ο Λευκός Πύργος, πράγματι, φέρνει περισσότερο προς το μπεζ.

Η ατμόσφαιρα είναι ηλεκτρισμένη. Το να πεις τη λάθος κουβέντα σε συνωστισμένο χώρο είναι σαν να μπαίνεις σε πυριτιδαποθήκη με δυο δάδες. Οι άνθρωποι κρατούν τις σημαίες τους σφιχτά. Μέσα στο λεωφορείο η ζωή παίρνει σιγά-σιγά τον κανονικό ρυθμό της, σαν το χέρι που μούδιασε και μυρμηγκιάζει, αιματώνεται.

-Με συγχωρείτε, θα μου χτυπήσετε το εισιτήριο;

-Βεβαίως, ορίστε, να είστε καλά.

Ό,τι ειπώθηκε, νερό κι αλάτι. Βάλαμε ένα πιάτο πάνω απ’ τον λεκέ στο τραπέζι. Όταν έρθει το γκαρσόνι και το σηκώσει, το ξανασυζητάμε.

Ζ 5
Ζ 3

Η κάπνα π’ έβγαλ’ η φωτιά

Κάηκε ένα νεοκλασικό στη Στρατού, παραδίπλα απ’ το σπίτι μου. Είδα τον καπνό ν’ ανεβαίνει στον ουρανό, σαν κάποιος θεριακλής να ‘χε ανάψει ένα πελώριο τσιγάρο. «…αυτή τη γη, τη γη του, […] σοφά διαρθρωμένη απ’ τους αιώνες, ένα τοπίο αιωνόβιο, ένα σκηνικό τόσο ωραίο, που έπρεπε οι άνθρωποι να υποφέρουν πάντα από την ομορφιά του…».

Ο Σεφέρης ήταν που έγραψε «όπου και να ταξιδέψω η Ελλάδα με πληγώνει». Πόσο σοφό. Και δε χρειάζεται να ταξιδέψεις πολύ. Δυο βήματα κάνεις και αρκεί. Αυτό το μεσημέρι του Γενάρη ήταν μάλλον θλιβερό. Ίσως έφταιγε η φωτιά που κάλυψε τον ήλιο.

Αερολογίες

Στο δρόμο προς το σπίτι, άθελά μου, έγινα μάρτυρας διαφόρων συζητήσεων. Δεν πρόλαβα ν’ ακούσω πολλά. Δυο κουβέντες μονάχα. Ίσως ήμουν τυχερός, γιατί οι κουβέντες αρκούσαν και με το παραπάνω. Άνθρωποι συζητούσαν έντονα στα όρια της διαφωνίας. Θέμα της διαφωνίας, το συλλαλητήριο και κατ’ επέκταση, το Μακεδονικό Ζήτημα. Οι σύνεδροι αντάλλαξαν τις απόψεις τους στο φαράγγι της Παρασκευοπούλου. Παραδόξως, δε φαίνεται να βγήκε ετυμηγορία. Μονάχα βρισιές αντιλαλούσαν στο φαράγγι.

Συνέχισα να περπατώ. Στο μυαλό μου είχα την εικόνα του παππού μου, μέσα από διηγήσεις του πατέρα μου. Ήταν μέρα εκλογών. Η τηλεόραση αποκάλυπτε σταδιακά την πορεία της καταμέτρησης. Αρκετή ώρα πριν καθοριστεί το αποτέλεσμα, ο παππούς μου σηκώθηκε να πάει για ύπνο. «Βάσο πού πας;» τον ρώτησαν. «Δε θες να μάθεις ποιος θα βγει;»

Ο παππούς μου γύρισε και, μ’ εκείνη τη σοφία της απλότητας:

«Όποιος και να βγει», είπε «το ψιλικατζίδικο εγώ θα τ’ ανοίξω αύριο».

Εκείνη την ώρα, ο ήλιος διάλυσε τον καπνό.

Ζ 9
Ζ 2

Μετά δυο ώρες

Τι μας διδάσκει άραγε η ιστορία; Να τη δούμε πεσιμιστικά, σαν μια παρακμή; Να τη δούμε αισιόδοξα, σαν μια εξέλιξη; Να τη δούμε κυκλικά, σαν μια επανάληψη; Με θεριά που με γκρεμίζουν δε τα βάζω ακόμη. Έχω χρόνια μπροστά μου να προετοιμαστώ. Προς το παρόν, προσπαθώ ν’ ακούω. Να ‘χω ανοιχτά τα μάτια μου. Να ξέρω πού βρίσκομαι, γιατί βρίσκομαι εδώ, τί ήταν πριν από μένα εδώ και να προσπαθήσω, όσο μπορώ, όταν φύγω να τ’ αφήσω ομορφότερα απ’ ό,τι τα βρήκα.

Πόσο αγαπώ αυτήν την πόλη, δεν ξέρετε. Μ’ αρέσει γιατί κρύβει παντού ιστορίες. Κι η ιστορία αυτή, του Ζ, που διαδραματίστηκε στην καρδιά της πόλης μου, της Θεσσαλονίκης, της Ουδετερούπολης, της Νεκρούπολης, μου δίδαξε ένα πράγμα:

Η ψυχή έχει ανάγκη το σώμα, ίσως περισσότερο απ’ ό,τι το σώμα έχει ανάγκη την ψυχή. Τι να την κάνεις την ομορφιά ασώματος; Τι να τον κάνεις τον ήλιο νεκρός; Πώς να χαρείς δίχως να μπορείς ν’ αγγίξεις, να μιλήσεις, να χορέψεις; Η ευτυχία, στην τελική, δε νοιώθεται: βιώνεται. Είναι μια πράξη. Όχι μια ιδέα.

Υπάρχουν πράγματα τριγύρω που μπορεί να μας πληγώνουν. Κι όμως, είναι σαν κάποιος να παίρνει έναν κουβά νερό απ’ τον ωκεανό και να τον αδειάζει στη στεριά. Τι κατάλαβε η θάλασσα; Χαμπάρι δεν πήρε.

«Η θάλασσα είναι ό,τι δεν τελειώνει.»

Ζ 1

Οι τίτλοι των ενοτήτων είναι παραφράσεις των πραγματικών τίτλων του Βασίλη Βασιλικού στο «Ζ»

Τα λόγια σε εισαγωγικά και πλάγια γράμματα είναι σκόρπια λόγια του Βασιλικού από το «Ζ»

Οι περισσότερες φωτογραφίες είναι του φίλου και εξαιρετικού φωτογράφου Κωνσταντίνου Αλειφέρη (Instagram @konsalei )

Το βιβλίο είναι το «Ζ» του Βασίλη Βασιλικού από τις εκδόσεις Gutenberg

Ευχαριστώ τις Ακυβέρνητες Πολιτείες που μας παραχώρησαν την υπέροχη βιβλιοθήκη τους για την φωτογράφιση.

Στο κείμενο δεν επιχειρώ πολιτική ανάλυση. Παρακαλώ, μην το διαβάσετε αναζητώντας την.

2 Comments
  • Ioanna
    Reply January 21, 2018 at 10:31 pm

    Έχει τόσο ενδιαφέρον κάθε φορά ο τρόπος που προσεγγίζεις την επικαιρότητα μέσα από τα κείμενά σου, ευχαριστιέσαι να διαβάζεις👌

  • Pingback: ΤΑΙΝΙΑ ΦΑΝΤΑΣΙΑΣ - The Loner
    Reply February 11, 2018 at 9:03 pm

Post a Comment